ευφορία

ευφορία
η
1) плодородность, плодородие; 2) прям. , перен. плодовитость, урожайность; 3) мед. эйфория

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ευφορία" в других словарях:

  • εὐφορία — εὐφορίᾱ , εὐφορία power of enduring easily fem nom/voc/acc dual εὐφορίᾱ , εὐφορία power of enduring easily fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίᾳ — εὐφορίᾱͅ , εὐφορία power of enduring easily fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφορία — η 1. πλούσια παραγωγή, άφθονη καρποφορία, γονιμότητα: Ευφορία της γης. 2. αίσθημα ευεξίας του άρρωστου: Σήμερα έχει κάποια ευφορία ο ασθενής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευφορία — η (ΑΜ εὐφορία) [εύφορος] 1. (για καλλιέργεια) γονιμότητα, παραγωγικότητα, άφθονη καρποφορία, πολυκαρπία, καλή σοδειά 2. το συναίσθημα τής ευεξίας όσων βρίσκονται σε ανάρρωση ή σε καλή κατάσταση υγείας, η ευεξία νεοελλ. ιατρ. έντονο αίσθημα… …   Dictionary of Greek

  • εὐφορίας — εὐφορίᾱς , εὐφορία power of enduring easily fem acc pl εὐφορίᾱς , εὐφορία power of enduring easily fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίαι — εὐφορίᾱͅ , εὐφορία power of enduring easily fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίαν — εὐφορίᾱν , εὐφορία power of enduring easily fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφοριῶν — εὐφορία power of enduring easily fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίαις — εὐφορία power of enduring easily fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίη — εὐφορία power of enduring easily fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορίην — εὐφορία power of enduring easily fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»